• Ένωση Ελλήνων Φυσικών
  • Γριβαίων 6 Αθήνα 10680
  • E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
  • Τηλέφωνο: 2103635701
  • Fax: 2103610690
Προσθήκη αρχείων
Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017 - 20:09
 
 
Επισημάνσεις για την ανάγκη εναρμόνισης της συντήρησης μνημείων στην Ελλάδα με τη συμμετοχή των Θετικών Επιστημόνων του ΥΠ.ΠΟ.Α, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα 
 
Αξιότιμοι Κύριοι, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών (ΕΕΦ) απευθύνεται σε σας, εκπροσωπώντας περίπου 5000 επιστήμονες της Φυσικής, των Τεχνολογιών Φυσικής και Επικοινωνιών και άλλων σχετιζόμενων κλάδων, εκ των οποίων ένας πολύ μικρός αριθμός, υψηλού επιπέδου εξειδικευμένης γνώσης, προσφέρει τις υπηρεσίες του στο ΥΠ.ΠΟ.Α.
Σύμφωνα με το ΠΔ.104/28-8-14, ο ελάχιστος αριθμός των εργαζόμενων Φυσικών (7), αλλά και των υπολοίπων θετικών επιστημόνων (10 Χημικοί, 3 Βιολόγοι, 10 Γεωλόγοι, 6 Χημικοί Μηχανικοί, 4 Γεωπόνοι, 3 Αρχαιοζωολόγοι, 3 Αρχαιοβοτανολόγοι, 1 Παλαιοανθρωπολόγος και  1 Αρχαιομέτρης),  μονίμων  και αορίστου χρόνου στο ΥΠ.ΠΟ.Α., είναι ενδεικτικός της υποβάθμισης του ρόλου τους, που αποδεικνύει την έλλειψη βασικού θεσμοθετημένου διεπιστημονικού πλαισίου μεθοδολογικής προσέγγισης στη συντήρηση των μνημείων κατά τα διεθνή πρότυπα και την υποβάθμιση της ποιότητας των έργων συντήρησης των κινητών και ακίνητων μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ελλάδα. 
 Σήμερα, 30 χρόνια μετά την εναρμόνιση της συντήρησης στην Ελλάδα με τα διεθνή πρότυπα, με αφετηρία την ίδρυση (Ν.1404/1983) του ΤΕΙ Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης (ΣΑΕΤ), διαπιστώνεται ότι η ασκούμενη πολιτική στον τομέα της συντήρησης δεν είχε στόχο την καθιέρωση της επιβεβλημένης διεπιστημονικής μεθοδολογικής προσέγγισης, αλλά τη μεθόδευση της μονομερούς ανάθεσης του έργου της συντήρησης στην ειδικότητα του Συντηρητή Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης (ΣΑΕΤ). Η θεσμοθέτηση επιστημονικά αντιδεοντολογικών διατάξεων ή αμφιβόλου νομιμότητας, οδήγησε  στην περιχαράκωση του χώρου της συντήρησης από  κάθε άλλη  συναφή ειδικότητα που θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη συντήρηση των έργων με ποιοτικά κριτήρια, διεπιστημονικό έλεγχο και αξιολόγηση. Συγκεκριμένα:
•Στο Π.Δ 386, 16-6-1989, ΦΕΚ 169, των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων του ΤΕΙ ΣΑΕΤ,  αναφέρεται ότι «με βάση τις εξειδικευμένες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις τους, ασχολούνται στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα, είτε αυτοδύναμα, είτε σε συνεργασία με άλλους επιστήμονες με τη μελέτη, έρευνα και εφαρμογή της τεχνολογίας πάνω σε σύγχρονους και ειδικούς τομείς της τεχνικής εξέτασης, διατήρησης και αποκατάστασης των έργων τέχνης» και ότι μπορούν «να αναλαμβάνουν την εκπόνηση μελετών, είτε αυτοδύναμα, είτε σε συνεργασία με άλλους επιστήμονες, σχετικών με το αντικείμενο της ειδικότητάς τους».
1.Στις ειδικές διατάξεις του νόμου 2557 (άρθρο 9, παρ.6, 24-12-1997) αναφέρεται ότι  «για τη μελέτη, ανάληψη, επίβλεψη έργου συντήρησης και λειτουργία εργαστηρίων για τη συντήρηση αρχαιοτήτων και έργων τέχνης κινητών και ακίνητων απαιτείται άδεια που χορηγείται από τον Υπουργό Πολιτισμού μετά από γνώμη τριμελούς επιτροπής, …σε όσους διαθέτουν πτυχίο ΤΕΙ ΣΑΕΤ της ημεδαπής ή ισοτίμου της αλλοδαπής, με αποδεδειγμένη 3ετή πρακτική εμπειρία σε εργαστήρια ή συνεργεία συντήρησης στο δημόσιο η ιδιωτικό τομέα και σε όσους διαθέτουν πτυχίο σχολών ΑΕΙ ΣΑΕΤ της ημεδαπής ή ισοτίμου της αλλοδαπής με 2ετή αποδεδειγμένη πρακτική εμπειρία σε εργαστήρια ή συνεργεία συντήρησης στο δημόσιο η ιδιωτικό τομέα. 
•Στον νόμο 4152, άρθρο Ε7, 9-5-2013, (Επείγοντα μέτρα εφαρμογής των νόμων 4046/2012, 4093/2012 και 4127/2013), που έπεται της «ανωτατοποίησης» των ΤΕΙ,  οι  άδειες άσκησης επαγγέλματος συντηρητή, χορηγούνται από την τριμελή επιτροπή  αναγνώρισης επαγγελματικών δικαιωμάτων σε «όσους διαθέτουν βασικό τίτλο σπουδών από Σχολή της ανώτατης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (Πανεπιστημιακού ή τεχνολογικού τομέα) της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής και έχουν συμπληρώσει διετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία μετά τη λήψη του βασικού τίτλου σπουδών». 
Σε σχέση με τις παραπάνω διατάξεις, που θεσμοθετούν πρακτικές συντήρησης ασύμφωνες με τα διεθνή πρότυπα, με δυσμενείς συνέπειες τα μνημεία στην Ελλάδα, η ΕΕΦ ενημερώνοντας και αναμένοντας τις έγγραφες απόψεις από όλους τους αρμόδιους φορείς, επισημαίνει τα παρακάτω:
1.Η αυτοδύναμη ανάθεση του συνολικού έργου της συντήρησης στον Συντηρητή, που επιχειρείται με την διατύπωση διλημματικού χαρακτήρα στο Π.Δ 386/1989, θέτει σε άμεσο κίνδυνο το συντηρούμενο έργο. Αυτό επισημαίνεται ακόμη και στον ίδιο τον διεθνή  ορισμό (ICOM, 1984) του επαγγέλματος του Συντηρητή (άρθρο 3.3): «Επειδή ο κίνδυνος του επιβλαβούς χειρισμού ή μεταβολής της κατάστασης του αντικειμένου ενυπάρχει κατά τη διάρκεια της εφαρμογής οποιουδήποτε βαθμού συντήρησης, ο συντηρητής πρέπει να εργάζεται σε  στενή συνεργασία με τον αρχαιολόγο ή άλλους μελετητές. Μαζί πρέπει να κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στο αναγκαίο και στο περιττό, στο εφικτό και το ανέφικτο, την επέμβαση που ενισχύει τις ιδιότητες του αντικειμένου και εκείνη που είναι επιβλαβής για την ακεραιότητα τους».
2.Η διεπιστημονική συνεργασία, σε καμία περίπτωση  δεν αποτελεί επιλογή της κρίσης του Συντηρητή, αλλά επιβαλλόμενη διεθνή πρακτική. Αυτό επισημαίνεται στον ίδιο διεθνή ορισμό του επαγγέλματός του (άρθρο, 3.8): «Η διεπιστημονική συνεργασία έχει μεγάλη σπουδαιότητα, γιατί σήμερα ο συντηρητής πρέπει να εργάζεται ως μέρος μιας ομάδας». 
3.Η δυνατότητα συμμετοχής άλλων συναρμόδιων ειδικοτήτων στην επιλογή της κρίσης του συντηρητή και μάλιστα για μια διεργασία όπου η διεπιστημονική συνεργασία διασφαλίζει την ακεραιότητα των μνημείων, αποτελεί ωμή παρέμβαση και αποκλεισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων των συναφών με τη συντήρηση επαγγελμάτων. Στον ίδιο τον διεθνή ορισμό του επαγγέλματος του συντηρητή, (άρθρο 1.3) αναφέρονται τα «επαγγέλματα που συνεισφέρουν στην συντήρηση (Αρχιτέκτονες, Αναστηλωτές, Θετικοί Επιστήμονες-Φυσικοί, Χημικοί, Μηχανικοί, κ.ά.), που  ήδη διέπονται από κοινώς παραδεκτούς επαγγελματικούς κανόνες». 
Άλλωστε, ο ρόλος των θετικών επιστημόνων (Conservation Scientists) είναι επίσημα θεσμοθετημένος διεθνώς με το επίσημο έγγραφο της Bologna (The Bologna Document , Νοέμβριος, 1999) του ICCROM, με αρμοδιότητες: α) Μελέτη, έρευνα και παρακολούθηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και του περιβάλλοντός της σε σχέση με τη συντήρηση και τη διατήρησή της, β) Χάραξη, ανάπτυξη και αξιολόγηση ιδεών, μεθόδων και τεχνικών, υλικών και μέτρων συντήρησης / ανάπτυξη προτύπων και χάραξη κατευθυντηρίων γραμμών, γ) Παροχή επιστημονικής διάγνωσης πριν την οποιαδήποτε επέμβαση συντήρησης, κατά τη διάρκεια των εργασιών συντήρησης και μετά το πέρας της επέμβασης, δ) Εκπόνηση ερευνητικών προγραμμάτων που αφορούν στα αίτια και τους μηχανισμούς φθοράς των αρχαίων υλικών και αξιοποίηση αποτελεσμάτων επιστημονικής έρευνας προς όφελος της συντήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, ε) Μετάδοση και διάδοση (κοινωνικοποίηση) των επιστημονικών αρχών συντήρησης          στ) Προώθηση της επιστημονικής έρευνας στη συντήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και ζ) Συνεργασία με άλλες ειδικότητες.
4.Η επιχειρούμενη μονομερής ανάθεση του έργου της συντήρησης σε μια ειδικότητα και η παρατεταμένη απροθυμία θεσμοθέτησης διεπιστημονικού πλαισίου συνεργασίας (καθηκοντολόγιο), ευθύνονται για την εκτέλεση των έργων στην Ελλάδα, χωρίς επιστημονική μεθοδολογία, με κίνδυνο για την ακεραιότητά τους. Η επιστημονική μεθοδολογική προσέγγιση επιβάλλεται και για τον Συντηρητή, από τον ίδιο τον διεθνή ορισμό του επαγγέλματός του: «Η επέμβαση σε ένα ιστορικό ή καλλιτεχνικό αντικείμενο πρέπει να ακολουθεί μια σειρά κοινή σε κάθε επιστημονική μεθοδολογία, δηλαδή έρευνα των πηγών, ανάλυση, ερμηνεία, σύνθεση. Μόνο τότε μπορεί η αποπερατωμένη θεραπεία να διατηρήσει τη φυσική ακεραιότητα του αντικειμένου και να κάνει τη σπουδαιότητά του προσιτή». Τα βασικά στάδια της επιστημονικής μεθοδολογίας, είναι: 
α) Διερεύνηση/καταγραφή των διαβρωτικών παραγόντων, του φυσικού ή τεχνητού περιβάλλοντος και τεκμηρίωση των μορφών και της έκτασης της φθοράς του μνημείου. 
β) Διερεύνηση της φύσης και των ιδιοτήτων των υλικών του μνημείου, για τον εντοπισμό των αιτιών και των μηχανισμών φθοράς, στις καταγεγραμμένες συνθήκες του περιβάλλοντός τους.
γ) Έλεγχος του μηχανισμού φθοράς και εκτίμηση του ρυθμού εξέλιξής του, κατά την προσομοίωση των φυσικών παραγόντων φθοράς, με συνθήκες τεχνητής γήρανσης.
δ) Συνεκτίμηση των αποτελεσμάτων των παραπάνω σταδίων για την επιλογή μέτρων προστασίας, μεθόδων και υλικών συντήρησης μέσω εργαστηριακών ελέγχων και πιλοτικής εφαρμογής.
ε)Αιτιολόγηση και οικονομοτεχνικός προγραμματισμός της μεθοδολογίας των επεμβάσεων από τη συνεκτίμηση των προηγούμενων ερευνητικών συμπερασμάτων.
στ) Εκτέλεση των επεμβάσεων διατήρησης και αποκατάστασης του μνημείου.
ζ) Καταγραφή των αποτελεσμάτων από τα προηγούμενα στάδια, κατά τρόπο που επιτρέπει τη συστηματική επεξεργασία τους, για τη συσχέτιση και επεξεργασία των δεδομένων. 
η) Συστηματικός έλεγχος του συντηρημένου μνημείου, για την αξιολόγηση της εφαρμοζόμενης μεθοδολογίας.
Προφανώς, κατά  την διεθνή επιστημονική πρακτική, η αυστηρή τήρηση των παραπάνω σταδίων, οδηγεί κατά μοναδικό και έγκυρο τρόπο στην επιλογή, στην αξιολόγηση των επεμβάσεων και στην κατασκευή πρότυπων μοντέλων διαχείρισης του αρχαιολογικού υλικού, που ελέγχονται με προκαθορισμένα κριτήρια για τη διαρκή βελτίωσή τους.
Όμως στην Ελλάδα, τα στάδια (α) και (β) εκτελούνται υποτυπωδώς ή παραλείπονται, χωρίς έρευνα και πρόβλεψη της αντοχής των υλικών (στάδια γ, δ) υπό τις τοπικές κλιματικές συνθήκες του μνημείου στον ελλαδικό χώρο. Οι βασικές ερευνητικές ανάγκες στο ΥΠ.ΠΟ.A. εξυπηρετούνται περιστασιακά από συνεργασίες με ακαδημαϊκά, ερευνητικά ιδρύματα και ιδιωτικούς φορείς, μέσω χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων ή δαπανών του δημοσίου. Το δίλημμα της διεξαγωγής της φυσικοχημικής έρευνας από τον Φυσικοχημικό ή  τον Συντηρητή, στα πλαίσια του διλήμματος που θέτει το Π.Δ 386/1989, επιλύεται από τον Συντηρητή και αναλαμβάνεται από τον Συντηρητή. Η μελέτη και ο οικονομοτεχνικός προγραμματισμός  των επεμβάσεων (στάδιο ε) εκτελούνται με ακαθόριστα ή ασαφή κριτήρια, που καθιστά κάθε επέμβαση (στάδιο στ) εμπειρική και πιθανώς επιζήμια για τα μνημεία. Για την καταγραφή των διεργασιών (στάδιο ζ) δεν υπάρχει ούτε ψηφιακή αλλά ούτε και έντυπη κοινή φόρμα καταγραφής κατά υλικό, ενώ ο έλεγχος και η συστηματική καταγραφή του αποτελέσματος των επεμβάσεων στο μνημείο μετά τη συντήρησή του (στάδιο η), δεν υφίσταται ως διαδικασία. Προφανώς, η συντήρηση διεξάγεται σε επίπεδο αποσπασματικής εμπειρικής εφαρμογής με υποκειμενικά κριτήρια, εξυπηρετώντας πρόσκαιρες ανάγκες κατά υποτυπώδη τρόπο, που δε συμβάλλουν στην παραγωγή επιστημονικής γνώσης.
5.Η ΕΕΦ, διατυπώνει τις ενστάσεις της για τη νομιμότητα των άρθρων 9, παρ.6, του  Ν.2557/1997 και  Ε7 του  Ν.4152/2013, επισημαίνοντας ότι:
•Ο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π ( Ν. 3328/2005), έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα για την αναγνώριση τίτλων σπουδών που απονέμονται από ομοταγή ιδρύματα πανεπιστημιακής ή τεχνολογικής κατεύθυνσης της αλλοδαπής. Η επιτροπή εντός του ΥΠ.ΠΟ.Α, χορηγώντας άδειες ασκήσεως επαγγέλματος Συντηρητή σε απόφοιτους με  πτυχία της αλλοδαπής, όχι μόνο υποκαθιστά τον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π, αλλά υπερβαίνει των νομίμων αρμοδιοτήτων του.
•Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 4, του Ν.3328/2005, η «ισοτιμία» τίτλων σπουδών της αλλοδαπής που αποκτώνται έπειτα από τριετή φοίτηση, όταν για τα αντίστοιχα προγράμματα της ημεδαπής προβλέπεται τετραετής ή πενταετής φοίτηση, αναγνωρίζεται μόνο εφόσον συνεκτιμηθεί και μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών, περίπτωση στην οποία δεν αναγνωρίζεται η «ισοτιμία» του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών. Η συνεκτίμηση του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, δεν είναι απαραίτητη, προκειμένου για «ισοτιμία» με πτυχίο Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος.
Για την αναγνώριση τίτλων σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης της αλλοδαπής στο αντικείμενο «Συντήρηση Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης», οι τίτλοι σπουδών Α΄ κύκλου τριετούς διάρκειας, από σχολές Bachelor of Arts (Αγγλία), Laurea di Primo Livello (Ιταλία), Diplomzeugnis (Γερμανία), κ.ά., στα αντικείμενα «Συντήρηση», «Συντήρηση και αποκατάσταση», «Συντήρηση αντικειμένων σε Μουσεία και Αρχαιολογία», «Αποκατάσταση», «Τεχνολογία Ανασκαφών», «Διατήρηση Πολιτιστικής κληρονομιάς» και άλλα συναφή, χορηγηθέντες από αναγνωρισμένα Ιδρύματα/Σχολές/Τμήματα της αλλοδαπής, δύναται να κριθούν σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει η ισχύουσα νομοθεσία για την ισοτιμία και αντιστοιχία προς τα πτυχία τα απονεμόμενα από το ΤΕΙ ΣΑΕΤ Αθήνας. Οι ανωτέρω τίτλοι συνεκτιμώμενοι με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ή τίτλοι σπουδών Α΄ κύκλου τετραετούς διάρκειας, όπως Maitrise (Γαλλία), δύναται να κριθούν ως πτυχία ισότιμα μόνο με τα απονεμόμενα πτυχία από τα Ελληνικά Πανεπιστήμια, επειδή αντίστοιχα προγράμματα σπουδών δεν προσφέρονται από τα Ελληνικά Πανεπιστήμια. 
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η επιτροπή εντός του ΥΠ.ΠΟ.Α, σε ρόλο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., δεν έχει κανένα νόμιμο δικαίωμα χορήγησης «αντιστοιχίας» πτυχίων της αλλοδαπής με  πτυχίο Συντηρητή Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ ΣΑΕΤ), εφόσον δεν υπάρχει αντίστοιχη σχολή ΣΑΕΤ πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στην ημεδαπή, παρότι και στους  δύο παραπάνω νόμους αναφέρεται ως υπαρκτή σχολή ΑΕΙ ΣΑΕΤ (2557/1997) ή σχολή ανώτατης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης Πανεπιστημιακού τομέα (μετά την «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ) στην ημεδαπή.
•Εφόσον δεν υπάρχει αντίστοιχη σχολή ΠΕ ΣΑΕΤ στην Ελλάδα, η χορήγηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος Συντηρητή Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ ΣΑΕΤ), ισοδυναμεί με επαγγελματική αντιστοιχία άνευ προϋποθέσεων και κριτηρίων προγράμματος σπουδών. 
Η ασάφεια του προγράμματος σπουδών, δεν εμποδίζει την αναρμόδια επιτροπή, να απονέμει άδειες ασκήσεως επαγγέλματος ΠΕ ΣΑΕΤ σε πτυχιούχους της αλλοδαπής με σπουδές σε παρεμφερή αντικείμενα (αρχαιολογία, εικαστικές τέχνες, διακοσμητική, διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, μουσειολογία, αποκατάσταση/τεχνολογία ανασκαφών, κ.ά.) ή σε συγκεκριμένο αντικείμενο συντήρησης, που υπολείπονται ακόμη και των σπουδών του ΤΕΙ ΣΑΕΤ της ημεδαπής. 
Επισημαίνεται ότι ενώ η αναγνώριση πτυχίων σχολών ΤΕ ΣΑΕΤ της αλλοδαπής από τον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., προϋποθέτει στην πλειονότητα των περιπτώσεων την παρακολούθηση υπολειπόμενων μαθημάτων στο ΤΕΙ ΣΑΕΤ της ημεδαπής,  η επιτροπή εντός του ΥΠ.ΠΟ.Α., χορηγεί άδειες ασκήσεως επαγγέλματος ΠΕ ΣΑΕΤ σε πτυχιούχους της αλλοδαπής με άγνωστα κριτήρια, για σπουδές που τελικώς μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν. Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τον διεθνή ορισμό του επαγγέλματος του συντηρητή, οι σπουδές τους θα έπρεπε να περιλαμβάνουν πρακτική εκπαίδευση (άρθρο 5.2),  «που στοχεύει στην ανάπτυξη της ευαισθησίας και της επιδεξιότητας των χεριών» και θεωρητικές γνώσεις (άρθρο 5.3) «ιστορίας της τέχνης και των πολιτισμών, μεθόδων έρευνας και τεκμηρίωσης, τεχνολογίας και υλικών, θεωρίας και αρχών (ηθική) της συντήρησης, ιστορίας και τεχνολογίας της συντήρησης, χημείας, βιολογίας και φυσικής της διαδικασίας της φθοράς και των μεθόδων συντήρησης». Όμως στην περίπτωση των ΠΕ ΣΑΕΤ το παραπάνω δεν ισχύει, γιατί τουλάχιστον για τις σπουδές στις ανθρωπιστικές επιστήμες ή στις εικαστικές τέχνες, η πλειονότητά τους δεν περιλαμβάνει μαθήματα θετικής κατεύθυνσης.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλούν οι λόγοι, το είδος των κριτηρίων και των προϋποθέσεων χορήγησης  από την επιτροπή εντός του ΥΠ.ΠΟ.Α., που «αποτελείται από το Νομικό Σύμβουλο του Υπουργείου Πολιτισμού ή τον αναπληρωτή του, τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού ή τον αναπληρωτή του και έναν καθηγητή Α' Συντηρητή Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης του τμήματος Συντήρησης Αρχαιοτήτων κα Έργων Τέχνης του Τ.Ε.Ι. Αθήνας ή τον αναπληρωτή του»(Ν. 2557/1997) για τη χορήγηση αδειών άσκησης επαγγέλματος Συντηρητή και σε εκπαιδευτές άλλων ειδικοτήτων, εργαζομένων στο ΤΕΙ ΣΑΕΤ.
•Κανένας Έλληνας πολίτης μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας δεν  μπορεί να αποκτήσει πτυχίο ΠΕ ΣΑΕΤ,  με όποιες προπτυχιακές, ή μεταπτυχιακές  σπουδές στην ημεδαπή. 
•Οι άδειες ασκήσεως επαγγέλματος παρέχουν το δικαίωμα στους κατόχους τίτλων ΠΕ της αλλοδαπής, να καταλαμβάνουν θέσεις στον κλάδο ΠΕ ΣΑΕΤ του ΥΠ.ΠΟ.Α., με προνομιακή διοικητική εξέλιξη σε σχέση με κάθε άλλη ειδικότητα, λόγω της προωθούμενης πολιτικής συγχώνευσης δομών του ΥΠ.ΠΟ.Α. με τα εργαστήρια συντήρησης, όπου σύμφωνα με τον Ν.4152/2013 προΐσταται ΠΕ ή ΤΕ Συντηρητής. Το θέμα έχει μεγάλη σπουδαιότητα, γιατί τις υψηλόβαθμες θέσεις ευθύνης του ΥΠ.ΠΟ.Α., που καθορίζουν σε κάθε επίπεδο την εφαρμογή πολιτικής για την συντήρηση των μνημείων και  στην Ελλάδα, κατέχουν πλέον ΠΕ ΣΑΕΤ. Κατά τις συγχωνεύσεις των εργαστηρίων φυσικοχημικής έρευνας με τα εργαστήρια συντήρησης, τις θέσεις των ΠΕ θετικών επιστημόνων του ΥΠ.ΠΟ.Α, με πιστοποιημένη γνώση και εμπειρία συνεκτίμησης της ποιότητας των αποτελεσμάτων βάσει συγκεκριμένων ερευνητικών κανόνων και πρωτοκόλλων, καταλαμβάνουν οι πτυχιούχοι της αλλοδαπής του κλάδου ΠΕ ΣΑΕΤ, με ακαθόριστο γνωστικό υπόβαθρο. Επισημαίνεται το παράδοξο γεγονός, να γίνονται δεκτοί, χωρίς προαπαιτούμενη παρακολούθηση μαθημάτων, σε εξειδικευμένα μεταπτυχιακά προγράμματα, όπως της επιστήμης και τεχνολογίας υλικών του  ΕΜΠ, απόφοιτοι  ΠΕ ΣΑΕΤ με σπουδές στην αλλοδαπή που δεν περιλαμβάνουν μαθήματα θετικής κατεύθυνσης. Στους συγκεκριμένους ανατίθενται  ακόμη και κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, κάθε είδους φυσικοχημικές αναλύσεις, αντί των θετικών επιστημόνων.  
Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής ήταν η υποβάθμιση, με τη συγχώνευση, των χημείων των δύο μεγαλύτερων Μουσείων (ΕΑΜ) Αθήνας και Θεσσαλονίκης (ΑΜΘ) με τα εργαστήρια συντήρησης και του Κέντρου Λίθου με την ένταξή του στη Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων, χωρίς καμία κρίση, την 28η Οκτωβρίου 2014.
Ο επιστημονικός ρόλος των εναπομεινάντων θετικών επιστημόνων εκμηδενίστηκε με τον αποκλεισμό της συμμετοχής τους σε θέματα έρευνας, γνωματεύσεων, εισηγήσεων, μελετών και σε επιστημονικές επιτροπές που αφορούν αρχαιολογικές έρευνες, μελέτες και μεθοδολογίες συντήρησης, ακόμη και σε διαδικασίες προμήθειας οργάνων και συσκευών ανάλυσης και απαξιώθηκε με την εξάλειψη της δυνατότητας εξέλιξής τους σε διοικητικές θέσεις. 
6.Αυτονόητα, καμιά μεμονωμένη ειδικότητα δεν μπορεί να καλύψει το ευρύτατο γνωστικό πεδίο των θετικών, των ανθρωπιστικών και των εφαρμοσμένων επιστημών, που απαιτεί το έργο της συντήρησης των μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς, πόσο μάλλον ο απόφοιτος του ΤΕΙ ΣΑΕΤ, στην φυσικοχημική έρευνα, με σπουδές 5,0 ωρών εβδομαδιαίως στις θετικές επιστήμες (για φυσική, χημεία, βιολογία, άνευ μαθηματικών) κατά την τετραετή διάρκεια του προγράμματος  σπουδών του. Επομένως, το δίλημμα που τίθεται στο Π.Δ 386, 16-6-1989, ΦΕΚ 169 στους αποφοίτους του ΤΕΙ ΣΑΕΤ, μεταξύ αυτοδύναμης ανάθεσης και διεπιστημονικής συνεργασίας είναι ανυπόστατο, ανορθολογικό και υποβολιμαίο, γιατί ο κυρίως τεχνολογικός προσανατολισμός των σπουδών και της  εργασίας του, οριοθετείται σαφώς στον ίδιο τον διεθνή ορισμό (ICOM, 1984) του επαγγέλματός του (άρθρα 3.7, 3,8), που ενώ εκδίδεται 5 χρόνια νωρίτερα και μεταφράζεται από το ελληνικό τμήμα του ICOM (1985), παρερμηνεύεται στο Π.Δ 386 (16-6-1989). Στα άρθρα 3.7 και 3.8 επισημαίνεται: «Ο συντηρητής εργάζεται στο ίδιο το αντικείμενο. Η εργασία του, όπως αυτή του χειρουργού, είναι πάνω απ’ όλα μια χειρωνακτική, καλλιτεχνική, επιδέξια εργασία. Παρ’ όλα αυτά και εδώ, όπως και στην περίπτωση του χειρουργού, η χειρωνακτική επιδεξιότητα πρέπει να συνδυάζεται με θεωρητικές γνώσεις και με την ικανότητα να μπορεί να αξιολογεί μια κατάσταση, να ενεργεί αμέσως στο αντικείμενο και να εκτιμά τη σπουδαιότητά του. Όπως ο χειρουργός δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι ακτινολόγος, παθολόγος ή ψυχολόγος, ο συντηρητής δεν μπορεί να είναι εμπειρογνώμων στην τέχνη, στην ιστορία των πολιτισμών, τη χημεία ή και άλλες φυσικές ή ανθρωπιστικές επιστήμες. Όπως και το επάγγελμα του χειρουργού έτσι και η εργασία του συντηρητή μπορεί και πρέπει να συμπληρώνεται από τα αναλυτικά και ερευνητικά συμπεράσματα των άλλων μελετητών. Αυτή η συνεργασία θα λειτουργήσει καλά αν ο συντηρητής είναι σε θέση να θέσει τα ερωτήματα του με επιστημονικό τρόπο και με ακρίβεια και να ερμηνεύσει ορθά τις απαντήσεις». 
Προφανώς, η διεύρυνση των επαγγελματικών δικαιωμάτων του Συντηρητή, που επιχειρείται στο  Π.Δ 386/1989 και εκδίδεται πριν την αποφοίτηση των πρώτων σπουδαστών, ευθύνεται για την  αδυναμία αποσαφήνισης των επαγγελματικών αρμοδιοτήτων του Συντηρητή από το στάδιο των σπουδών του. Στο παραπάνω συνέβαλε η επιδίωξη βασικών εκπαιδευτών άλλων ειδικοτήτων του ΤΕΙ ΣΑΕΤ να  αποκτήσουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος Συντηρητή ανταγωνιζόμενοι επαγγελματικά τους σπουδαστές τους, με προϋπηρεσία που αποκτούν διδάσκοντας μαθήματα συντήρησης, αντί να αναδείξουν τη συνεισφορά των ειδικοτήτων τους, θέτοντας το υπόβαθρο διεπιστημονικής συνεργασίας ως πρότυπο μίμησης και εξάσκησης για τους σπουδαστές. Η προκαλούμενη σύγχυση του βάθους και  της έκτασης της εκπαίδευσής τους, χωρίς εξάσκηση σε πλαίσιο διεπιστημονικής μεθοδολογικής προσέγγισης για την οριοθέτηση και την αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων τους και η επακόλουθη αδυναμία εκτίμησης της εργασίας τους  ελλείψεως σαφών κριτηρίων, εξυπηρετεί τους διαχειριστές των έργων συντήρησης άνευ διεπιστημονικού ελέγχου και χειραγωγείται για τη διεκδίκηση υπερεκτιμημένων επαγγελματικών αρμοδιοτήτων, με τον αποκλεισμό της συμμετοχής κάθε συναρμόδιας ειδικότητας, για την εξασφάλιση της δυνατότητας αυτοαξιολόγησης της εργασίας τους.
6.Ο κώδικας δεοντολογίας (ΦΕΚ Β΄ 382/2000) των Συντηρητών (ΚΔ/ΣΑΕΤ), είναι αντίθετος στις βασικές αρχές του διεθνούς ορισμού του επαγγέλματος του Συντηρητή και προτρέπει σε αθέμιτες επαγγελματικές συμπεριφορές, που θέτουν σε κίνδυνο τα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ελλάδα.  Στον  κώδικα δεοντολογίας των Συντηρητών (ΚΔ/ΣΑΕΤ, άρθρο 15) αναφέρεται ότι «όταν είναι αναγκαίο ο Συντηρητής συνεργάζεται, στα πλαίσια ενός θεσμοθετημένου διεπιστημονικού πλαισίου για τη συντήρηση και προστασία των αγαθών της πολιτιστικής κληρονομιάς, με άλλους επιστήμονες, ειδικούς στην εφαρμοσμένη έρευνα και στην ανάλυση, ιστορικούς τέχνης, αρχαιολόγους κ.α. και συμπράττει στην πλήρη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικών με το συντηρούμενο έργο», σε πλήρη αντίθεση με τον διεθνή ορισμό (ICOM/1984, άρθρο 3.3) του επαγγέλματος, όπου «ο συντηρητής πρέπει να εργάζεται σε στενή συνεργασία με τον αρχαιολόγο ή άλλους μελετητές επειδή ο κίνδυνος του επιβλαβούς χειρισμού ή μεταβολής της κατάστασης του αντικειμένου ενυπάρχει κατά τη διάρκεια της εφαρμογής οποιουδήποτε βαθμού συντήρησης». 
Η επιβεβλημένη διεπιστημονική συνεργασία για την ακεραιότητα των έργων στην Ελλάδα, είτε ως λύση ανάγκης, είτε ως αναγκαστική επιλογή ελλείψεως θεσμοθετημένου διεπιστημονικού πλαισίου, αποτελεί πλέον εξαίρεση στον κατεστημένο κανόνα της αυτοδύναμης μελέτης, ανάληψης, επίβλεψης  του έργου συντήρησης από τον Συντηρητή και ο κώδικας δεοντολογίας υποδεικνύει τρόπους αυτοοργάνωσης, για την αυτοαξιολόγηση και προβολή  της εργασίας του.  Ακόμη και στις περιπτώσεις ανάγκης που ο Συντηρητής κρίνει απαραίτητη τη διεπιστημονική συνεργασία, ο κώδικας δεοντολογίας του, προτάσσει ως ηθικά και νομικά αποδεκτή συμπεριφορά, την οικειοποίηση και εκμετάλλευση της πνευματικής εργασίας των υπολοίπων μελετητών (ΚΔ/ΣΑΕΤ, άρθρο 28): «Τα πάσης φύσεως τηρούμενα αρχεία των συντηρημένων ή συντηρούμενων έργων αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του Συντηρητή ο οποίος είχε ή έχει την ευθύνη της συντήρησής τους και δημοσιεύονται από αυτόν». Στα «πάσης φύσεως τηρούμενα αρχεία», ανήκουν (ΚΔ/ΣΑΕΤ, άρθρο 12), «τα έγγραφα και το εν γένει υλικό τεκμηρίωσης, που πρέπει απαραιτήτως να συνοδεύουν το συντηρούμενο ή συντηρημένο αντικείμενο και να είναι διαθέσιμα σε κάθε νόμιμη πρόσβαση και περιλαμβάνουν τα διαγνωστικά στοιχεία από την εξέταση των δομικών υλικών που το αποτελούν, τα αίτια της διάβρωσής του και τους κινδύνους που συνεπάγεται η μη συντήρησή του, την αναλυτική περιγραφή των επεμβάσεων συντήρησης και των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, καθώς και κάθε άλλη συναφή πληροφορία που καταγράφηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας».  Επιπλέον, στο άρθρο 31 αναφέρεται ότι «στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ο Συντηρητής μπορεί να αποφαίνεται για την αυθεντικότητα ενός έργου, αξιολογώντας όλα τα ενδεδειγμένα στοιχεία τα οποία έχει συλλέξει από οπτικές παρατηρήσεις (π.χ. μακροσκοπική ή μικροσκοπική), από αναλυτικές και άλλες διαγνωστικές μεθόδους στις οποίες υπεβλήθη το έργο», κατά παρερμηνεία του άρθρου 2.2 του διεθνούς ορισμού του επαγγέλματος του Συντηρητή, στον οποίο αναφέρεται επακριβώς: «Έργο των συντηρητών είναι να κατανοήσουν τις υλικές ιδιότητες των αντικειμένων ιστορικής και καλλιτεχνικής σπουδαιότητας με σκοπό αφενός μεν να παρεμποδίσουν τη φθορά τους, αφετέρου δε να ενισχύσουν την ικανότητα μας να διακρίνουμε τι είναι γνήσιο και τι είναι πλαστό».
7.H ιδιότυπη πολιτική στη συντήρηση των μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ελλάδα, προωθείται κατά τρόπο που προσβάλλει την επιστημονική, επαγγελματική και ανθρώπινη υπόσταση των εργαζομένων φυσικών και των υπολοίπων θετικών επιστημόνων, όπως επιβεβαιώνεται στην ανακοίνωση  (της Πανελλήνιας Ένωσης Συντηρητών Αρχαιοτήτων (ΠΕΣΑ) για το σχέδιο οργανισμού του ΥΠΠΟΤ (22-3-12):
 «..Προφανώς η παρούσα πολιτική ηγεσία του υπουργείου μας δεν έχει κατανοήσει αυτή τη σημαντική ιδιαιτερότητα του κλάδου μας και αποφασίζει να μας επιβάλλει Χημικούς ως καταλληλότερους για Προϊσταμένους μας…. Εύλογα αναρωτιόμαστε πώς μπορεί ένας Χημικός, εκ του αντικειμένου του καθ ύλη αναρμόδιος, να καθοδηγεί διοικητικά και επιστημονικά τη Συντήρηση Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης; Πώς μπορεί να αξιολογήσει μια νέα μεθοδολογία και να την προκρίνει για πανελλαδική εφαρμογή; Πώς μπορεί να υποστηρίξει το φυσικό αντικείμενο ενός έργου; Σε κάθε επαφή του με την πολιτική και διοικητική ιεραρχία θα έχει μαζί του κάποιον Συντηρητή Αρχαιοτήτων για το ρόλο του «υποβολέα» ή του «μεταφραστή»;…». Πώς μπορεί να εκδίδει Άδειες Άσκησης Επαγγέλματος Συντηρητή όταν και ο ίδιος αν ήθελε δε θα μπορούσε να αποκτήσει; Φοβόμαστε ότι δεν είχαν στο νου τους την προκοπή της Υπηρεσίας αλλά κάτι άλλο. Η φωτογραφικού χαρακτήρα διατύπωση της παρ.2 του άρθρου 417 που προβλέπει ΠΕ Χημικό στη θέση του Διευθυντή της ΔΣΑΝΜ, οδηγεί αναπόφευκτα σε κακοδιοίκηση που θα θέτει σε διαρκή αμφισβήτηση τη στοιχειώδη λειτουργία της υπηρεσίας ως προς τον βασικό σκοπό της, την επιστημονικά τεκμηριωμένη συντήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και θα δημιουργεί εντάσεις μεταξύ των εργαζομένων….. 
Παρόμοιο φαινόμενο απαξίωσης του κλάδου και στο συγχωνευμένο τμήμα Συντήρησης, Χημικών και Φυσικών Ερευνών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Υποβάθμιση του ρόλου της Συντήρησης Αρχαιοτήτων, ανακάτεμα με τις χημικές και φυσικές έρευνες. Προοιωνίζεται σύγκρουση αρμοδιοτήτων και πρωτοβουλιών. Αλήθεια σ’ αυτό το τμήμα ποιος θα προΐσταται ο Φυσικός, ο Χημικός ή ο Συντηρητής;»
Οι ελάχιστες εναπομένουσες θέσεις ευθύνης των συγχωνευμένων φυσικοχημικών εργαστηρίων με τα τμήματα συντήρησης, όπου δύναται να προΐσταται άλλη ειδικότητα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης ή  ΠΕ ΣΑΕΤ, διεκδικούνται κατ’ αποκλειστικότητα για ΠΕ ΣΑΕΤ,  με τον ισχυρισμό ότι η «φυσικοχημική έρευνα δεν αποτελεί κύριο στόχο, αλλά εφαρμοσμένη επικουρία στο έργο της Συντήρησης», στην πρόσφατη ανακοίνωση της ΠΕΣΑ (αρ. πρωτ. 2182, 26-10-15),:
 «…Στο τμήμα Συντήρησης, Χημικών και Φυσικών Ερευνών και Αρχαιομετρίας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου μπορεί να προΐσταται υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Περιβάλλοντος (ειδ. Χημικών ή Αρχαιομετρών). Η επιλογή αυτή αγνοεί ότι σε μια δυναμική μονάδα όπως το τμήμα Συντήρησης του ΕΑΜ η Φυσική ή η Χημική έρευνα δεν αποτελεί κύριο στόχο αλλά εφαρμοσμένη επικουρία στο έργο της Συντήρησης. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με το αντίστοιχο Τμήμα Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης καθώς και στο Τμήμα Εφαρμοσμένης Έρευνας της Δ/νσης Συντήρησης Αρχαίων και Νεότερων Μνημείων. 
Ακόμη στα Τμήματα Συντήρησης του Μουσείου Ασιατικής Τέχνης και του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης εκτός από υπαλλήλους των κλάδων ΠΕ και ΤΕ Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης δύναται να προΐσταται υπάλληλος αντίστοιχων ειδικοτήτων, φράση που αδυνατούμε να την κατανοήσουμε αφού δεν υπάρχουν αντίστοιχες ειδικότητες και συνεπώς δεν καταλαβαίνουμε την σκοπιμότητά της. Στο ΠΔ 97/29-5-1999 όπου περιγράφονται σαφώς οι αρμοδιότητες της ΥΣΜΑ, γίνεται σαφές ότι η πλειονότητα των έργων που εκτελούνται στο βράχο της Ακρόπολης αφορούν σε επεμβάσεις Συντήρησης. Παρά ταύτα στον διαχωρισμό του προσωπικού οι Συντηρητές Αρχαιοτήτων κατατάσσονται στο προσωπικό εφαρμογής και αποκλείονται από το επιστημονικό προσωπικό. Επίσης αποκλείονται από κάθε θέση ευθύνης ή αποφασιστικό όργανο. Οι επικρατούσες συνθήκες του 1999 στους κλάδους μας έχουν παρέλθει. Πλέον σήμερα η πλειοψηφία των συναδέλφων μας ΠΕ και ΤΕ είναι κάτοχοι μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων με πλούσια και πολύχρονη εμπειρία και παρουσία στα έργα αυτά ή και σε άλλα ανάλογα. Συνεπώς είναι αναγκαία η αλλαγή των όρων του συγκεκριμένου ΠΔ και η άρση των αποκλεισμών».
Με τον ίδιο απαξιωτικό τρόπο, οι συντάκτες των παραπάνω επιστολών της ΠΕΣΑ, επιχειρούν να υποβαθμίσουν, ως αποτέλεσμα παραπληροφόρησης, τα υπομνήματα της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών και της Ένωσης Ελλήνων Χημικών προς το ΥΠ.ΠΟ.Α.,  διασύροντας και συκοφαντώντας  την ΕΕΦ και την Ένωση Ελλήνων Χημικών (ΠΕΣΑ/Αρ. Πρ. 2200/2016), με αφορμή την υποστήριξη των Ενώσεών μας στις επισημάνσεις και προτάσεις των μελών μας για το νέο οργανόγραμμα του ΥΠ.ΠΟ.Α., στη σχετική διημερίδα του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (25/02/2016):
«Σημειώνουμε επίσης ότι οι γνωστοί πια εισηγητές του σωματείου «ΕΚΣΥΥΠΕ», καθώς και πρωτεργάτες της επαναλειτουργίας του, τροφοδότησαν με σωρεία ανακριβών πληροφοριών την Ένωση Ελλήνων Χημικών και την Ένωση Ελλήνων Φυσικών οδηγώντας τους σε άτοπη και παραπλανητική αλληλογραφία με την ηγεσία του ΥΠΠΟΑ. Μάλιστα στην διημερίδα του ΣΕΑ εκπρόσωπος της Ένωσης Ελλήνων Χημικών αφού χαρακτήρισε τις απόψεις μας συντεχνιακές και ξεπερασμένες, σχεδόν μας απείλησε απευθυνόμενος σε εμάς με περιφρονητικό ύφος και εκστομίζοντας «θα τα πούμε προσεχώς». Όπως ήταν φυσικό και οι εισηγητές της ΕΚΣΥΥΠΕ και ο εκπρόσωπος της Εν. Ελλήνων Χημικών βρέθηκαν προ της αντίδρασης και της αποστροφής όλων των παρευρισκομένων. Θα απαντήσουμε και σε αυτούς (ΕΕΧ και ΕΕΦ) με τον τρόπο και το ήθος που αρμόζει στο Σωματείο μας. Ακόμη σας καλούμε να διαβάσετε τις επιστολές της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών και της Ένωσης Ελλήνων Χημικών (http://eef.gr/enimerosi/1177-ipomnima.html και http://www.eex.gr/news/deltia-tupou/1466-parembasi-eex-pros-ton-upourgo-politismou-gia ), στην συνέχεια να τις συγκρίνετε με τις θέσεις του σωματείου «ΕΚΣΥΥΠΕ» και να κάνετε διαπιστώσεις. Από τις ομοιότητες των κειμένων και τα copy paste, θα δείτε πως με εξόφθαλμο τρόπο λίγοι και συγκεκριμένοι άνθρωποι εκμεταλλεύονται τον κλάδο των ΠΕ Καλλιτεχνών και την ανάγκη τους για συλλογική έκφραση ή την ανυποψίαστη προθυμία τους, ώστε να προωθήσουν τις δικές τους επιδιώξεις».
Προφανώς, κοινές είναι οι διεκδικήσεις των Θετικών επιστημόνων και των Εικαστικών καλλιτεχνών, αλλά και των εναπομεινάντων εργαζομένων σε κάθε άλλη συναρμόδια ειδικότητα του ΥΠ.ΠΟ.Α, για να υπερασπίσουν δικαιωματικά το ρόλο τους στο έργο της συντήρησης, στη μεθοδευμένη υποβάθμιση της συνεισφοράς τους και στην επιχειρούμενη αντικατάσταση της ειδικότητάς τους από την ειδικότητα του Συντηρητή. Με ανάλογο τρόπο, επιχειρείται και ο αποκλεισμός των ειδικοτήτων με αντικείμενο τη σχεδιαστική αποτύπωση αντικειμένων και μνημείων, από τον χώρο της συντήρησης, ως «εξειδικευμένη εργασία των συντηρητών, καθώς και βασικό κομμάτι της εκπαίδευσής τους», με σχετικές σπουδές 4 ωρών εβδομαδιαίως σε 2 εξάμηνα  στο ΤΕΙ ΣΑΕΤ (Τμήμα μελετών/ΔΣΑΝΜ/52976/955/22-2-2016), με το παρακάτω σκεπτικό: «Οι μελέτες συντήρησης περιλαμβάνουν εκτός των άλλων και την σχεδιαστική αποτύπωση αντικειμένων και μνημείων σε συνάρτηση όμως με την παθολογία των υπό εξέταση αντικειμένων. Ως παθολογία ορίζεται η διάγνωση εκ των συμπτωμάτων και της εξέλιξης αυτών. Η σχεδιαστική τεκμηρίωση αποτελεί εργαλείο της παθολογίας με το οποίο ο συντηρητής απομονώνει τα συμπτώματα και τα αποτυπώνει σε εποπτικά μέσα. Εκ της εκπαιδεύσεώς του ο συντηρητής αναπτύσσει την αφαιρετική ικανότητα να κατατέμνει τα φαινόμενα σε επιμέρους στοιχεία, η ανασύνθεση και ο συσχετισμός των οποίων δημιουργεί τη συνολική εικόνα της κατάστασης διατήρησης. Ως εκ τούτου αποτελεί μία εξειδικευμένη εργασία των συντηρητών, καθώς και βασικό κομμάτι της εκπαίδευσής τους που αναφέρεται στη συλλογή τεκμηρίων και όχι στη σχεδιαστική αποτύπωση. Μία απλή σχεδιαστική αποτύπωση μπορεί να είναι ελλιπής με αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνεται στις ανάγκες διάγνωσης των μηχανισμών φθοράς, είτε φλύαρη και συνεπώς δυσανάγνωστη».
Ενδεικτική της κατεστημένης πρακτικής είναι η επικρατούσα κατάσταση στη Διεύθυνση Συντήρησης  Αρχαίων και Νεώτερων Μνημείων (ΔΣΑΝΜ), λόγω του θεσμικού της ρόλου στην «εφαρμογή πολιτικής για θέματα που σχετίζονται με τη συντήρηση και αποκατάσταση κινητών και ακίνητων μνημείων, την εκπόνηση σχετικών μελετών και την έρευνα σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές στον τομέα της Συντήρησης και Αποκατάστασης Πολιτιστικών Αγαθών», όπου η συμμετοχή των θετικών επιστημόνων, είναι απαγορευμένη στις διαδικασίες έγκρισης των εισερχόμενων μελετών συντήρησης, των  δειγματοληψιών και στην εκπόνηση μελετών για έργα συντήρησης της ΔΣΑΝΜ.  Η φυσικοχημική έρευνα εκτελείται κατά συστηματικό τρόπο από Συντηρητές, χωρίς την τήρηση των στοιχειωδών επιστημονικών κανόνων, με αποτελέσματα ανεπίδεκτα επιστημονικής επεξεργασίας, συσχέτισης και ερμηνείας, που χρησιμοποιούνται για να τεκμηριώσουν τις επιλογές των επεμβάσεων σε τεχνοοικονομικές μελέτες συντήρησης έργων. Κατά παράβαση κάθε μέτρου ασφάλειας περί ιοντιζουσών ακτινοβολιών (Υπ. Απόφ. Αριθ. 1014(ΦΟΡ)94/6.3.2001, ΦΕΚ/Β/216), αποφεύγεται ακόμη και η ανάθεση αρμοδιοτήτων «υπεύθυνου ακτινοπροστασίας» στους θετικούς επιστήμονες, σε περιπτώσεις χρήσης συσκευών με ακτινοβολίες επικίνδυνες για την ανθρώπινη υγεία, με αποτέλεσμα οι ανεκπαίδευτοι χειριστές να θέτουν σε κίνδυνο τους συναδέλφους τους και τον εαυτό τους.  Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες της ΕΕΦ, η συστηματική απαξίωση της επιστημονικής και επαγγελματικής αξιοπρέπειας των Θετικών επιστημόνων αλλά και άλλων ειδικοτήτων εντός της ΔΣΑΝΜ, επιδιώκεται με ανυπόστατες αναφορές και συστάσεις, την απόρριψη προγραμμάτων, την ιδιοποίηση της εργασίας τους  και συμπληρώνεται με την προσβολή της ανθρώπινης υπόστασής τους, με δυσφήμιση, αποκλεισμό και απομόνωση, προπηλακισμούς, εκφοβισμό και σωματική βία στα όρια του ξυλοδαρμού.
Προφανώς, η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου. Επιτακτική ανάγκη, για την ακεραιότητα των μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας πρωτίστως και για την υπεράσπιση της επαγγελματικής αξιοπρέπειας και της ανθρώπινης υπόστασης των εναπομεινάντων εργαζομένων σε άλλες ειδικότητες, που σημειωτέον λόγω του ελάχιστου αριθμού τους δε μπορούν να εκφραστούν συνδικαλιστικά, η ΕΕΦ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την άμεση αλλαγή της ισχύουσας πολιτικής και πρακτικής.
Για την ουσιαστική εναρμόνιση της Συντήρησης στην Ελλάδα με τα διεθνή πρότυπα, η ΕΕΦ προτείνει: 
1)Την εξειδίκευση των σταδίων (σελ. 3) της επιστημονικής μεθοδολογίας, ανά είδος υλικού ή αντικείμενου συντήρησης και την τήρησή τους ως απαράβατος επιστημονικός κανόνας στην αποκατάσταση και διατήρηση των μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς. 
2)Tη θεσμοθέτηση της διεπιστημονικής συνεργασίας στη συντήρηση, με τον ορισμό των αρμοδιοτήτων κάθε ειδικότητας (αρχαιολόγοι, εικαστικοί, θετικοί επιστήμονες, συντηρητές, κ.ά.), ως βάση για τη σύνταξη καθηκοντολογίου. Η μελέτη, ανάληψη και επίβλεψη του έργου, ανά υλικό ή αντικείμενο συντήρησης, πρέπει να εκτελείται υποχρεωτικά από διεπιστημονική ομάδα, με ειδικότητες που καθορίζονται από τα βασικά στάδια της επιστημονικής μεθοδολογικής προσέγγισης. Προφανώς, η διευθέτηση των αρμοδιοτήτων δεν αποτελεί ζήτημα συνδικαλιστικής διαπραγμάτευσης, αλλά επιστημονικής διαβούλευσης, με κριτήριο τη συνεισφορά της κάθε ειδικότητας στο έργο της συντήρησης, σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική. 
3)Την υποχρεωτική τήρηση δελτίων καταγραφής και τεκμηρίωσης των διεργασιών συντήρησης. Το δελτίο πρέπει συμπληρώνεται και να υπογράφεται από κάθε μέλος της εγκεκριμένης  διεπιστημονικής ομάδας, που είναι υπεύθυνο για την τεκμηρίωση και την εγκυρότητα της εργασίας του, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σήμερα, όπου το δελτίο καταγραφής συμπληρώνεται από τον Συντηρητή. Απαραίτητη θεωρείται η ενοποίηση των δεδομένων έρευνας και συντήρησης με τα αρχαιολογικά δελτία και η  καταχώρησή τους σε κεντρική ψηφιακή τράπεζα διαχείρισης, αναζήτησης και συσχέτισης, για τον έλεγχο, την αξιολόγηση, και τη διαρκή βελτίωση των εφαρμοζόμενων μεθόδων.
4)Την αυτονόμηση των εργαστηρίων έρευνας και την ενίσχυση των υπαρχόντων ερευνητικών δομών του ΥΠ.ΠΟ.Α., με εξοπλισμό και εξειδικευμένο προσωπικό. Την  επαναφορά του Κέντρου Λίθου και των δύο χημικών εργαστηρίων του ΕΑΜ και του ΑΜΘ, στην προ του 2014 κατάστασή τους.
5) Τη στελέχωση του ΥΠ.ΠΟ.Α. με τις αναγκαίες ειδικότητες των Θετικών Επιστημόνων. Η αυστηρή τήρηση των βασικών σταδίων ανά είδος υλικού  (π.χ. λίθος, μέταλλο, ξύλο) ή αντικειμένου (π.χ. εικόνες, ψηφιδωτά) συντήρησης, θα καθορίσει τις πραγματικές ανάγκες κάθε Υπηρεσίας του ΥΠ.ΠΟ.Α της σε εξειδικευμένο προσωπικό, τεχνογνωσία και εξοπλισμό. 
6) Την οριοθέτηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων του ΣΑΕΤ στην Ελλάδα, στα πλαίσια του διεθνούς ορισμού του επαγγέλματος του Συντηρητή (ICOM-1984), με την τροποποίηση κάθε νομοθετικής διάταξης που παρέχει άμεσα ή εμμέσως τη δυνατότητα αυτοδύναμης ανάθεσης του συνολικού έργου (μελέτη, ανάληψη, επίβλεψη) στον Συντηρητή. 
7) Τον έλεγχο της νομιμότητας χορήγησης άδειας ασκήσεως επαγγέλματος Συντηρητή, σε πτυχιούχους της αλλοδαπής από επιτροπή εντός του ΥΠ.ΠΟ.Α., με παράκαμψη του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. Τον έλεγχο της νομιμότητας κάλυψης θέσεων ΠΕ ΣΑΕΤ στο ΥΠ.ΠΟ.Α. Την εξέταση της επάρκειας του προγράμματος σπουδών τους, τουλάχιστον σε σχέση με την απαιτούμενη εκπαίδευση του Συντηρητή που περιγράφεται στον διεθνή ορισμό του επαγγέλματός του. 
8) Την συμμετοχή των φυσικών, των υπολοίπων θετικών επιστημόνων και κάθε συναρμόδιας ειδικότητας(αρχαιολόγοι, εικαστικοί, συντηρητές) σε θέματα γνωματεύσεων, εισηγήσεων, μελετών και σε επιστημονικές επιτροπές και συμβούλια (ΚΑΣ) για μεθοδολογίες έρευνας, προστασίας ή συντήρησης κινητών και ακίνητων μνημείων και σε οικονομοτεχνικές διαδικασίες ανάληψης έργων ή προμήθειας εξοπλισμού, για τον διεπιστημονικό έλεγχο και την διεπιστημονική αξιολόγηση των ενεργειών.  
9) Τη δυνατότητα εξέλιξης των φυσικών, των υπολοίπων θετικών επιστημόνων και κάθε συναρμόδιας ειδικότητας, σε όλες τις σχετικές με τον τομέα της συντήρησης διοικητικές θέσεις. Επισημαίνεται, ότι λόγω της προσκόλλησης του οργανογράμματος σε καιρούς που οι έρευνες διεξάγονταν κυρίως με χημικά αντιδραστήρια, ενώ προβλέπονται χημικοί σε θέσεις ευθύνης, δεν προβλέπεται καμία θέση ευθύνης για φυσικούς.
10)  Την ισότιμη μεταχείριση των εργαζομένων στο ΥΠ.ΠΟ.Α., με τη χορήγηση του ενιαίου επιδόματος (150 ευρώ) ανθυγιεινής εργασίας που λαμβάνουν και οι συντηρητές αρχαιοτήτων και στους εργαζόμενους των θετικών επιστημών, που ασχολούνται με την φυσικοχημική έρευνα ή στο εργαστήριο και στο πεδίο και έρχονται καθημερινά σε επαφή με υλικά επικίνδυνα για την υγεία. Με το ισχύον καθεστώς, οι χημικοί λαμβάνουν μειωμένο επίδομα 70 ευρώ, ενώ οι υπόλοιποι δε λαμβάνουν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας.
 
 
Στα πλαίσια αλλαγών της οργανωτικής δομής του ΥΠ.ΠΟ.Α., στον τομέα της συντήρησης, η ΕΕΦ  προτείνει τη σύσταση Κέντρου Συντονισμού Έρευνας και Συντήρησης (ΚΣΕΣ), με επιχειρησιακούς στόχους: α) Το συντονισμό του έργου πρόληψης, αποκατάστασης και προστασίας των μνημείων σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, για την τήρηση των βασικών σταδίων επιστημονικής μεθοδολογικής προσέγγισης, σε πλαίσιο διεπιστημονικής συνεργασίας, β) τη θέσπιση προδιαγραφών και προτύπων για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας και της συσχέτισης των αποτελεσμάτων των μεθόδων έρευνας και τεκμηρίωσης, γ) την αιτιολόγηση των επεμβάσεων συντήρησης και την αξιολόγηση του έργου της συντήρησης με επιστημονικά κριτήρια, δ) τη διασφάλιση της συλλογής των δεδομένων έρευνας και συντήρησης, κατά τρόπο που επιτρέπει τη συσχέτιση και την επεξεργασία τους, για την κατασκευή πρότυπων μοντέλων διαχείρισης και τη διασφάλιση της διαρκούς βελτίωσης των εφαρμοζόμενων μεθόδων, ε) τη διαρκή παρακολούθηση των προμηθειών σε όργανα έρευνας, καταγραφής και συντήρησης, για τον έλεγχο της καταλληλότητας σε σχέση με τις απαιτήσεις και του κόστους τους.
Στο Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Συντήρησης (ΚΣΕΣ), απευθύνονται 3 Διευθύνσεις:
 Α) Διεύθυνση Συντήρησης Φορητών Μνημείων Πολιτιστικής Κληρονομιάς, με αντικείμενο τη συντήρηση φορητών έργων τέχνης, αρχαιοτήτων και νεώτερων μνημείων καθώς και  αποσπασμένων τμημάτων τους. Β) Διεύθυνση Συντήρησης Ακίνητων Μνημείων Πολιτιστικής Κληρονομιάς, με αντικείμενο τη συντήρηση ακίνητων έργων τέχνης, αρχαιοτήτων και νεώτερων μνημείων, καθώς και  αναπόσπαστων τμημάτων του διακόσμου τους. Γ) Για την  κάλυψη των εργαστηριακών αναγκών στην Φυσικοχημική έρευνα και στην Συντήρηση, επισημαίνεται η επιτακτική ανάγκη δρομολόγησης και προγραμματισμού των υποδομών της Διεύθυνσης Εφαρμοσμένης Φυσικοχημικής Έρευνας και Συντήρησης Μνημείων Πολιτιστικής Κληρονομιάς,  για την οργάνωση της έρευνας,  με εργαστήρια που καλύπτουν τους τομείς: α) Αποτύπωσης/Διασκόπησης των μνημείων και περιβαλλοντικής διάγνωσης, β) διερεύνησης της φύσης, των ιδιοτήτων και της συμπεριφοράς των υλικών γ) ελέγχου και έρευνας μεθόδων και υλικών συντήρησης και δ) αρχαιομετρίας. Η δημιουργία της νέας διεύθυνσης είναι απαραίτητη για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των κοινών εργαστηριακών αναγκών έρευνας και τεκμηρίωσης των Διευθύνσεων Συντήρησης Φορητών και Ακινήτων Μνημείων Πολιτιστικής Κληρονομιάς και των περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Α.,  υπό τις κατευθυντήριες γραμμές του Τομέα Φυσικοχημικής Έρευνας του ΚΣΕΣ. 
 Υπό τις παρούσες συνθήκες, τον ρόλο της Διεύθυνσης Εφαρμοσμένης Φυσικοχημικής Έρευνας και Συντήρησης Μνημείων Πολιτιστικής Κληρονομιάς υποκαθιστά ο Τομέας Φυσικοχημικής Έρευνας και Συντήρησης του ΚΣΕΣ. Το ΚΣΕΣ περιλαμβάνει τους  Τομείς: 
1) Τομέας Φυσικοχημικής Έρευνας και Συντήρησης, με  βασικές αρμοδιότητες:  α) Την προώθηση της συνεργασίας των ερευνητικών κρατικών φορέων του Υπουργείου Ανάπτυξης (ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», ΙΓΜΕ, ΙΤΕ, κ.ά.), Αγροτικής Ανάπτυξης (Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών κ.ά.) και Υγείας (νοσοκομεία, κ.ά.), χωρίς οικονομικό κόστος για το ΥΠ.ΠΟ.Α. όπως συμβαίνει σήμερα, καθώς και των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, με τις Διευθύνσεις Συντήρησης Φορητών και Ακίνητων Μνημείων και των περιφερειακών Υπηρεσιών, για την κάλυψη των εργαστηριακών τους αναγκών. Τα εργαστήρια με εξοπλισμό, τεχνογνωσία και συναφή ερευνητικά ενδιαφέροντα από τους παραπάνω φορείς, αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας. Βασικό στόχο αποτελεί η εξυπηρέτηση των εργαστηριακών αναγκών, μέσω εστιασμένων μεταπτυχιακών προγραμμάτων με ακαδημαϊκά ιδρύματα, στις ανάγκες κάθε Υπηρεσίας. Δεδομένου της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης, είναι αναγκαία η αλληλοεπικάλυψη των αναγκών εξοπλισμού και τεχνογνωσίας και η διευκόλυνση της κινητικότητας μεταξύ των φορέων, για τη δημιουργία ενός διαρκώς ανατροφοδοτούμενου δικτύου από εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, με το ελάχιστο οικονομικό κόστος. β) Τη θέσπιση προδιαγραφών και την προώθηση οδηγιών για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας  των αποτελεσμάτων των τεχνικών εξέτασης και τεκμηρίωσης. Οι τεχνικές αφορούν τη μέτρηση/καταγραφή των παραγόντων φθοράς του φυσικού ή τεχνητού περιβάλλοντος του μνημείου, την αποτύπωση και διάγνωση των μορφών και της έκτασης φθοράς με μη δειγματοληπτικές τεχνικές, τη διερεύνηση της φύσης των ιδιοτήτων και της συμπεριφοράς των υλικών του μνημείου και των πρόσθετων υλικών συντήρησης για τον εντοπισμό των αιτιών και των μηχανισμών φθοράς τους και την έρευνα νέων επεμβατικών μεθόδων και υλικών συντήρησης. γ) Την ανάπτυξη ή προώθηση εφαρμογής αποδεκτών ή καθιερωμένων ερευνητικών προτύπων, δ) τη διερεύνηση και ερμηνεία των φαινομένων φθοράς σχετικά με τα βασικά αίτιά τους, για τον ποιοτικό και ποσοτικό προσδιορισμό των νόμων που διέπουν τους μηχανισμούς φθοράς, ε) τη διεξαγωγή ενημερωτικών σεμιναρίων και επιδείξεων οργάνων έρευνας, καταγραφής και συντήρησης από όλες τις ενδιαφερόμενες προμηθεύτριες εταιρείες, για την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση των περιφερειακών Υπηρεσιών, στ) την έγκριση της προμήθειας εξοπλισμού έρευνας και καταγραφής από κάθε περιφερειακή Υπηρεσία, με έλεγχο της καταλληλότητας των προτεινόμενων οργάνων σε σχέση με τις απαιτήσεις της έρευνας και του κόστους τους, ζ) την εξέταση  χορήγησης αδειών δειγματοληπτικής ή μη εξέτασης για ερευνητικές μελέτες, βάση των προκαθορισμένων μεθοδολογικών προτύπων.  Τα αποτελέσματα των αναλύσεων συλλέγονται σε αρχείο δειγματοληψιών . Σε περιπτώσεις που η ανάλυση δεν απαιτεί την καταστροφή του δείγματος, ή σε περιπτώσεις αφαίρεσης τμημάτων υλικού για στήριξη εκθεμάτων ή σε περιπτώσεις που είναι εφικτή η λήψη μεγαλύτερης ποσότητας υλικού, τα υπολειπόμενα δείγματα συλλέγονται σε τράπεζα δειγμάτων. Σε κάθε περίπτωση τα αποτελέσματα των αναλύσεων και οι αντίστοιχες ερευνητικές μελέτες ταξινομούνται στο αρχείο της Υπηρεσίας. Η συσχέτιση και επεξεργασία των αποτελεσμάτων απαιτεί τον καθορισμό κριτηρίων αναζήτησης, όπως το είδος του υλικού, τον σκοπό της ανάλυσης, τη μέθοδο ανάλυσης, τον τόπο προέλευσης και τη χρονολόγηση του φορέα του δείγματος και την αρμόδια Υπηρεσία για τον φορέα του δείγματος.  Όλα τα παραπάνω στοιχεία, πρέπει να αναγράφονται στην αίτηση δειγματοληψίας, που συμπληρώνεται από τον αιτούντα, σε συνεργασία με τον υπεύθυνο φορέα της ανάλυσης, καθώς επίσης ο τρόπος και η περιοχή δειγματοληψίας (φωτογραφική τεκμηρίωση), το εργαστήριο διεξαγωγής της ανάλυσης και απαραιτήτως το είδος της συσκευής ανάλυσης (εταιρεία, τύπος), που καθορίζει την απαραίτητη ποσότητα δείγματος. Αρμοδιότητα του εργαστηρίου είναι η ταξινόμηση και επίβλεψη των συνθηκών αποθήκευσης των δειγμάτων.
2) Τομέας Μελετών,  με βασικές αρμοδιότητες: α) Την έγκριση των μελετών συντήρησης που πρέπει να εκπονούν κατά υποδειγματικό τρόπο οι Διευθύνσεις Συντήρησης Φορητών και Ακίνητων Μνημείων Πολιτιστικής Κληρονομιάς και ο καθορισμός κριτηρίων αξιολόγησης και χρονοδιαγράμματος, ελέγχου των συντηρημένων έργων, σε συνεργασία με τον Τομέα Φυσικοχημικής Έρευνας και Συντήρησης, β) την κατασκευή πρότυπων μοντέλων διαχείρισης του αρχαιολογικού υλικού, γ) την αναζήτηση συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων σχετικών με τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας. 
3) Τομέας τεκμηρίωσης,  με βασικές αρμοδιότητες: α) Την ανάπτυξη και προώθηση κοινής ορολογίας στον τομέα της συντήρησης β) Τη διασφάλιση του ενιαίου τρόπου καταγραφής και τεκμηρίωσης των βασικών μεθοδολογικών σταδίων ανά υλικό ή κατά αντικείμενο συντήρησης, σε κοινά δελτία συντήρησης ανά υλικό ή κατά αντικείμενο συντήρησης, από όλες τις Υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ.Α. Τα δελτία που περιέχουν την αναλυτική περιγραφή των σταδίων και συνοδεύουν το αντικείμενο κατά τη διάρκεια της συντήρησής του, αρχειοθετούνται σε έντυπη και ψηφιακή μορφή στην Υπηρεσία που αναλαμβάνει το έργο της συντήρησης. γ) Την καταχώρηση σε ψηφιακή τράπεζα δεδομένων πανελλαδικής εμβέλειας, μέσω τυποποιημένης φόρμας ομαδοποιημένων χαρακτηριστικών δενδριτικής δομής, που καταλήγει σε θησαυρό όρων, με  καθορισμό  κριτηρίων αναζήτησης για τη συσχέτιση των δεδομένων. Τα δεδομένα έρευνας και συντήρησης συσχετίζονται με τα καταχωρημένα αρχαιολογικά δελτία και είναι προσβάσιμα κατά ελεγχόμενο τρόπο, μέσω διαδικτυακής υποδομής από τις περιφερειακές υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ.Α., για τη δημιουργία ενός ανατροφοδοτούμενου δικτύου έγκυρης και άμεσης πληροφόρησης στην έρευνα και τη συντήρηση κινητών και ακίνητων μνημείων.
4) Τομέας Ανάδειξης Μνημείων, με βασικές αρμοδιότητες: α) Την ανάδειξη αρχαιολογικών χώρων και έργων τέχνης σε μουσεία, εκθέσεις και συλλογές,  β) τη γνωμοδότηση σε αιτήματα χρήσης των χώρων των μνημείων και παρεμβάσεων ή δραστηριοτήτων στο περιβάλλον τους,  γ)  Την έκδοση οδηγιών και προτάσεων για τον τρόπο παρουσίασης των εκθεμάτων και των έργων τέχνης σε μουσεία, εκθέσεις και συλλογές.
 
Οι Διευθύνσεις Συντήρησης Φορητών και Ακινήτων Μνημείων Πολιτιστικής Κληρονομιάς, έχουν τους ίδιους βασικούς επιχειρησιακούς στόχους και περιλαμβάνουν 4 Τμήματα με αντίστοιχες αρμοδιότητες, σε  διαφορετικά αντικείμενα. Βασικοί επιχειρησιακοί στόχοι είναι:  
 α) H ανάληψη, μελέτη, επίβλεψη και εκτέλεση των έργων πρόληψης, αποκατάστασης και προστασίας μνημείων. Η έγκριση των μελετών που εκτελεί η ίδια η Υπηρεσία και ο καθορισμός κριτηρίων αξιολόγησης και χρονοδιαγράμματος ελέγχου του συντηρημένου έργου, αποτελεί αρμοδιότητα του Τομέα Μελετών του ΚΣΕΣ. β) Η έγκριση των μελετών συντήρησης που εκτελούν άλλοι φορείς εκτός της ίδιας της Υπηρεσίας και ο καθορισμός κριτηρίων αξιολόγησης και χρονοδιαγράμματος ελέγχου των συντηρημένων έργων. γ) Η οργάνωση ερευνητικών προγραμμάτων, επιστημονικών συνεδρίων και επιμορφωτικών σεμιναρίων, για τη διαρκή ενημέρωση των υπαλλήλων επί των διεθνών εξελίξεων στον τομέα συντήρησης  που προτείνονται από τα Τμήματα και αφορούν τις αρμοδιότητες τους. Η θέσπιση  συνεργασιών για την κάλυψη των εργαστηριακών αναγκών, με ακαδημαϊκά και λοιπά ερευνητικά ιδρύματα του εσωτερικού και του εξωτερικού.  Αποτελείται από 4 συνεργαζόμενα τμήματα:
1) Τμήμα Εφαρμοσμένης Φυσικοχημικής Έρευνας και Συντήρησης με βασικές αρμοδιότητες: 
 α) Τον σχεδιασμό των τεχνικών εξέτασης και τεκμηρίωσης που επιβάλλονται σε κάθε βασικό στάδιο της μεθοδολογίας, ανά είδος υλικού ή αντικειμένου συντήρησης, σύμφωνα με τις προδιαγραφές εγκυρότητας, αξιοπιστίας και επεξεργασίας των αποτελεσμάτων και τα αποδεκτά ερευνητικά πρότυπα που καθορίζονται από τον Τομέα Φυσικοχημικής Έρευνας του ΚΣΕΣ. Οι τεχνικές αφορούν τη μέτρηση/καταγραφή των παραγόντων φθοράς του φυσικού ή τεχνητού περιβάλλοντος του μνημείου, την αποτύπωση και διάγνωση των μορφών και της έκτασης φθοράς με μη δειγματοληπτικές τεχνικές, τη διερεύνηση της φύσης των ιδιοτήτων και της συμπεριφοράς των υλικών του μνημείου για τον εντοπισμό των αιτιών και των μηχανισμών φθοράς ή των πρόσθετων υλικών συντήρησης στις καταγεγραμμένες συνθήκες του περιβάλλοντός του μνημείου και την πιλοτική εφαρμογή των μεθόδων και υλικών συντήρησης για την αξιολόγησή τους. β) Την καταγραφή των αποτελεσμάτων της  έρευνας και της αναλυτικής ερμηνείας τους, που κατατίθενται στο Τμήμα Τεκμηρίωσης και ταξινομούνται στο αρχείο της Υπηρεσίας, γ) την επίβλεψη της καταχώρησης των παραπάνω στοιχείων, μέσω τυποποιημένης ψηφιακής φόρμας καταγραφής στην κεντρική τράπεζα δεδομένων, σε συνεργασία με το Τμήμα Τεκμηρίωσης. δ) Τον καθορισμό κριτηρίων και χρονοδιαγράμματος ελέγχου και αξιολόγησης των συντηρημένων έργων, τις μελέτες των οποίων έχει εγκρίνει η Υπηρεσία, σε συνεργασία με το Τμήμα Μελετών και το Τμήμα Εκτέλεσης Έργων.  
  2) Τμήμα Μελετών, με βασικές αρμοδιότητες: α) Την εκπόνηση μελετών πρόληψης, αποκατάστασης και προστασίας των μνημείων σε συνεργασία με τα υπόλοιπα Τμήματα,  β) τον συντονισμό και την επίβλεψη του συνολικού έργου συντήρησης, με γνώμονα την τήρηση των βασικών σταδίων της μεθοδολογίας ανά είδος υλικού ή αντικειμένου συντήρησης, σε πλαίσιο διεπιστημονικής συνεργασίας με όλες τις εγκεκριμένες ειδικότητες, γ) την αιτιολόγηση, τον σχεδιασμό και τον οικονομοτεχνικό προγραμματισμό των επεμβάσεων από τη συνεκτίμηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων, σε συνεργασία με το Τμήμα Εφαρμοσμένης Φυσικοχημικής Έρευνας & Συντήρησης και το Τμήμα Εκτέλεσης Έργων, δ) την καταγραφή του σχεδιασμού των επεμβάσεων και της αναλυτικής αιτιολόγησής τους, που κατατίθενται στο Τμήμα Τεκμηρίωσης και ταξινομούνται στο αρχείο της Υπηρεσίας, ε) την επίβλεψη της καταχώρησης των παραπάνω στοιχείων στην κεντρική τράπεζα δεδομένων μέσω τυποποιημένης ψηφιακής φόρμας καταγραφής, σε συνεργασία με το Τμήμα Τεκμηρίωσης, στ) την έγκριση μελετών συντήρησης που εκτελούν άλλοι φορείς εκτός της ίδιας της Υπηρεσίας και τον καθορισμό κριτηρίων αξιολόγησης και χρονοδιαγράμματος ελέγχου των συντηρημένων έργων, σε συνεργασία με το Τμήμα Εφαρμοσμένης Έρευνας και Συντήρησης και το Τμήμα Εκτέλεσης Έργων, ζ) την ένταξη σε συγχρηματοδοτούμενα έργα αποκατάστασης και προστασίας μνημείων. 
3) Τμήμα Εκτέλεσης Έργων Συντήρησης Κινητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης με βασικές αρμοδιότητες: α) Την οργάνωση και τη λειτουργία εργαστηρίων συντήρησης (για τη Διεύθυνση Συντήρησης Φορητών Μνημείων) ή συνεργείων (για τη Διεύθυνση Ακίνητων Μνημείων) κατά κατηγορία υλικού ή κατά αντικείμενο συντήρησης με υποδειγματικό τρόπο, με γνώμονα την τήρηση των βασικών μεθοδολογικών σταδίων ανά είδος υλικού ή αντικειμένου, σε πλαίσιο διεπιστημονικής συνεργασίας, σε συνεργασία με τα υπόλοιπα Τμήματα της Διεύθυνσης, β) την εκτέλεση και επίβλεψη εφαρμογής των επεμβάσεων αποκατάστασης, πρόληψης και προστασίας των μνημείων, σε συμφωνία με τον προγραμματισμένο σχεδιασμό, σε συνεργασία με το Τμήμα Εφαρμοσμένης Φυσικοχημικής Έρευνας και Συντήρησης και το Τμήμα Μελετών, γ) την αναλυτική καταγραφή των εφαρμοζόμενων μεθόδων και υλικών, που κατατίθενται στο Τμήμα Τεκμηρίωσης και ταξινομούνται στο αρχείο της Υπηρεσίας, δ) την επίβλεψη της καταχώρησης των παραπάνω στοιχείων, μέσω τυποποιημένης ψηφιακής φόρμας καταγραφής στην κεντρική τράπεζα δεδομένων, σε συνεργασία με το Τμήμα Τεκμηρίωσης.
4) Τμήμα Τεκμηρίωσης  με βασικές  αρμοδιότητες: α) Τη  συλλογή των αναλυτικών δεδομένων κάθε μελέτης συντήρησης, που περιλαμβάνει την αναλυτική  καταγραφή  των αποτελεσμάτων εξέτασης  του μνημείου και του περιβάλλοντός του, της  αιτιολόγησης των επεμβάσεων, των εφαρμοζόμενων μεθόδων και υλικών και τον οικονομοτεχνικό προγραμματισμό,  σε αρχειοθήκη προσβάσιμη για  το προσωπικό της Υπηρεσίας, κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της μελέτης, β) Την καταχώρηση βασικών στοιχείων κάθε μελέτης σε κεντρική τράπεζα δεδομένων, μέσω ψηφιακής τυποποιημένης  φόρμας από πεδία ομαδοποιημένων χαρακτηριστικών δενδριτικής δομής, για τον έλεγχο, τη συσχέτιση, την αξιολόγηση και τη διαρκή βελτίωση των εφαρμοζόμενων μεθόδων, γ) Τη διαχείριση, την ταξινόμηση  και τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης, δ) Την έκδοση κάθε ενημερωτικού εντύπου, που αφορά τον τομέα της συντήρησης. 
 
Προσβλέπουμε στην παρέμβασή σας, ώστε να διασφαλιστεί η ακεραιότητα των μνημείων της χώρας, η εύρυθμη λειτουργία του ΥΠ.ΠΟ.Α.  και να διαφυλαχθούν τα εργασιακά δικαιώματα των μελών μας. Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε διευκρίνιση και συνεργασία, τόσο για το συγκεκριμένο, όσο και για άλλα θέματα στα οποία η ΕΕΦ μπορεί να προσφέρει τεχνογνωσία.
 
 
Για το Δ.Σ. της Ε.Ε.Φ.